Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο fail παρατίθεται στη συνέχεια.
Δείτε επίσης:
to |
keep |
up
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Κύριες μεταφράσεις
fail⇒ vi (not succeed) (δεν επιτυγχάνω ) αποτυγχάνω ρ αμ
The plan failed because they ran out of money.
Το σχέδιο απέτυχε επειδή τους τελείωσαν τα χρήματα.
fail to do [sth] vi + prep (not succeed in doing [sth] ) (να κάνω κάτι ) αποτυγχάνω ρ μ
δεν καταφέρνω περίφρ
They failed to deliver the package in time.
Απέτυχαν να παραδώσουν το δέμα έγκαιρα.
fail to do [sth] vi + prep (omit, neglect) αμελώ να κάνω κτ, παραλείπω να κάνω κτ ρ μ
δεν κάνω κτ έκφρ
The directions failed to mention that the road was closed.
Αμέλησαν (or: παρέλειψαν) να αναφέρουν στις οδηγίες ότι ο δρόμος ήταν κλειστός.
fail vi (not pass an exam) αποτυγχάνω ρ αμ
δεν περνώ έκφρ
(καθομιλουμένη ) κόβομαι ρ αμ
The teacher told Marge that she would fail if she didn't study harder.
fail [sth] ⇒ vtr (not pass) (επίσημο ) αποτυγχάνω ρ αμ
(καθομ, μεταφορικά ) κόβομαι ρ αμ
(μάθημα ) δεν περνάω περίφρ
Bobby failed the exam. Sarah was failing math so her parents got her a tutor.
Ο Μπόμπι απέτυχε στο διαγώνισμα.
Ο Μπόμπι κόπηκε στο διαγώνισμα. // Η Σάρα θα κοβόταν στα μαθηματικά και γι΄ αυτό οι γονείς της της πήραν καθηγητή για ιδιαίτερα.
Η Σάρα δεν θα πέρναγε τα μαθηματικά και γι΄ αυτό οι γονείς της της πήραν καθηγητή για ιδιαίτερα.
fail [sb] ⇒ vtr (disappoint) απογοητεύω ρ μ
The employee failed his manager by not finishing the report on time.
Ο υπάλληλος απογοήτευσε τον διευθυντή του επειδή δεν τέλειωσε την αναφορά στη σωστή ώρα.
fail n informal (failure, mistake) αποτυχία ουσ θηλ
λάθος ουσ ουδ
The soup I made was definitely a fail because it just didn't taste right.
Η σούπα που έφτιαξα ήταν σίγουρα μια αποτυχία, επειδή απλά δεν είχε τη σωστή γεύση.
Επιπλέον μεταφράσεις
fail n (rejection in a test) (βαθμός ) κάτω από τη βάση έκφρ
He did very badly in his biology test, and was given a fail.
Τα πήγε πολύ άσχημα στο τεστ βιολογίας και πήρε κάτω από τη βάση.
fail⇒ vi (lose strength) χάνω τις δυνάμεις μου περίφρ
δεν έχω δύναμη περίφρ
Karen's strength was failing after running for ten kilometres. My grandfather is very old now and starting to fail.
Η Κάρεν έχανε τις δυνάμεις της αφού έτρεξε δέκα χιλιόμετρα.
Ο παππούς μου είναι πλέον πολύ ηλικιωμένος και αρχίζει να μην έχει δυνάμεις.
fail vi (stop functioning) σταματάω, σταματώ ρ αμ
The machine failed around four pm.
Η μηχανή σταμάτησε γύρω στις τέσσερις μετά μεσημβρίας.
fail vi (go bankrupt) πτωχεύω, χρεωκοπώ ρ αμ
(καθομιλουμένη ) φαλιρίζω ρ αμ
The typewriter company failed when people started using computers.
Η εταιρεία γραφομηχανών πτώχευσε, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν υπολογιστές.
Η εταιρεία γραφομηχανών φαλίρισε, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν υπολογιστές.
fail vi (run out, be exhausted) (εγώ ) ξεμένω από κτ ρ αμ + πρόθ
(το αντικείμενο ) τελειώνω ρ αμ
The expedition's supplies were failing and they turned back.
fail [sth] ⇒ vtr (reject) απορρίπτω ρ μ
The quality inspector failed the parts that were defective.
Ο επιθεωρητής ποιότητας απέρριψε τα τμήματα που ήταν ελαττωματικά.
fail [sb] ⇒ vtr (give student poor mark) απορρίπτω ρ μ
(μεταφορικά, καθομιλουμένη ) κόβω ρ μ
The examiner failed me because I didn't check my mirror before pulling out.
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Ο όρος '
fail to keep up ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: